Asthma in a nutshell – Σημεία κλειδιά για το άσθμα

5 ερώτησεις κι απαντήσεις για το άσθμα
  • Το άσθμα είναι μία χρόνια νόσος που προκαλεί οίδημα στους αεραγωγούς, αυξημένη παραγωγή βλέννης (φλέγμα) και σύσπαση των μυικών ινών που περιβάλλουν τους αεραγωγούς.
  • Τα συμπτώματα του άσθματος είναι η δυσκολία στην αναπνοή, ο συριγμός, βάρος ή σφίξιμο στο στήθος και ο βήχας.
  • Η διάγνωση του άσθματος δεν είναι πάντα εμφανής καθώς τα συμπτώματα εμφανίζονται σε διαφορετικό βαθμό σε κάθε ασθενή, μεταβάλλονται στον χρόνο και μερικές φορές είναι ήπια.
  • Η διάγνωση του άσθματος τίθεται λαμβάνοντας υπόψη όπως το ιστορικό του κάθε παιδιού, τα ευρήματα της κλινικής εξέτασης, και τα αποτελέσματα εξειδικευμένων διαγνωστικών μεθόδων (σπιρομέτρηση, την μέτρηση του εκπνεόμενου ΝΟ, ταλαντωσιμετρία)
  • Η αποφυγή των εκλυτικών παραγόντων που συνδέονται με συμπτώματα άσθματος αποτελεί σημαντικό μέρος της θεραπείας.
  • Τα φάρμακα χρησιμοποιούνται για να προλαμβάνονται και να ελέγχονται τα συμπτώματα κατά τη διάρκεια των εξάρσεων.
  • Το άσθμα μπορεί να έχει σοβαρές επιπλοκές εάν δεν είναι ελέγχεται επαρκώς.

 

5 ερώτησεις κι απαντήσεις για το άσθμα

Το παιδί μου έχει δυσκολία στην αναπνοή κατά περιόδους. Μπορεί αυτό να είναι άσθμα;

Η δυσκολία στην αναπνοή είναι ένα από τα συμπτώματα του άσθματος . Άλλα συμπτώματα του άσθματος είναι ο συριγμός, βάρος ή σφίξιμο στο στήθος και ο βήχας. Αυτά τα συμπτώματα είναι χαρακτηριστικά του άσθματος αλλά μπορεί να αποτελούν εκδήλωση άλλης νόσου, διαφορετικής από το άσθμα. Επίσης, ο χαρακτήρας και η ένταση των συμπτωμάτων του άσθματος μπορεί να διαφέρουν από παιδί σε παιδί αλλά και να μεταβάλλονται από τη μία χρονική περίοδο στην άλλη στο ίδιο παιδί. Διαφορετικοί για κάθε παιδί εκλυτικοί παράγοντες μπορεί να προκαλέσουν παρόξυνση του άσθματος με κάποιο/α από τα παραπάνω συμπτώματα.

Aπό ποια ηλικία και μετά μπορεί να γίνεται διαγνωστικός έλεγχος για άσθμα;

Η μέτρηση της πνευμονικής λειτουργίας με σπιρομέτρηση μπορεί να γίνει συνηθέστερα από την ηλικία των 5-6 ετών. Η αξιοπιστία των μετρήσεων εξαρτάται από τη δυνατότητα του κάθε παιδιού να ακολουθήσει τις οδηγίες για τη σωστή διεξαγωγή της εξέτασης. Η ταλαντωσιμετρία μπορεί να γίνει ήδη από τη ηλικία των 4 ετών ενώ η μέτρηση εμπνεόμενου μονοξειδίου του αζώτου (FeNO) από την ηλικία των 5 ετών.

Συνηθίζει ο οργανισμός μας τα εισπνεόμενα φάρμακα; 

Τα εισπνεόμενα φάρμακα, είτε αυτά που προκαλούν βρογχοδιαστολή (ανοίγουν τους βρόγχους) ή καταστέλλουν τη φλεγμονή στους βρόγχους (κορτικοστεροειδή) όταν χορηγούνται σύμφωνα με ιατρική οδηγία βοηθούν στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του άσθματος. Η αποτελεσματικότητα των φαρμάκων αυτών δε μειώνεται ακόμη κι όταν χορηγούνται για μεγάλα χρονικά διαστήματα: oύτε ’συνηθίζoνται’ από τον οργανισμό μας, ούτε προκαλούν εξάρτηση. Σε περίπτωση που παρατηρηθεί επιδείνωση των συμπτωμάτων μετά την παύση της θεραπείας με αυτά τα φάρμακα αυτό σημαίνει ότι τα συμπτώματα δεν μπορούν τη συγκεκρίμενη περίοδο να ελεγχθούν χωρίς θεραπεία.

Πρέπει να φοβόμαστε τις παρενέργειες των εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών; Είναι σωστό να χορηγούνται για μεγάλα χρονικά διαστήματα;

Το άσθμα χαρακτηρίζεται από φλεγμονή στους βρόγχους κι ως εκ τούτου απαιτείται θεραπεία κατά αυτής της φλεγμονής για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, τη μείωση της πιθανότητας για σοβαρή κρίση άσθματος και τη διατήρηση φυσιολογικής πνευμονικής λειτουργίας. Η κορτιζόνη σε εισπνεόμενη μορφή (εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή) αποτελεί το βασικό άξονα της θεραπείας του άσθματος λόγω της αποτελεσματικής, στις περισσότερες περιπτώσεις, αντιφλεγμονώδους δράσης της.

Τοπικές παρενέργειες, που οφείλονται στην εναπόθεση κορτιζόνης στο στόμα μετά από την εισπνοή κορτιζονούχου φαρμάκου περιλαμβάνουν βραχνάδα, πόνο κι ερυθρότητα στη γλώσσα ή/και στον ουρανίσκο λόγω μυκητιασικής λοίμωξης. Γι’ αυτό συστήνεται ξέπλυμα του στόματος ή ακόμη και βούρτσισμα της γλώσσας με μια μαλακή οδοντόβουρτσα μετά από τις εισπνοές κορτιζονούχων φαρμάκων.

Μία συστηματική παρενέργεια που προβληματίζει είναι η ελάττωση του ρυθμού ανάπτυξης κάποιων παιδιών στο ύψος. Γενικά, σε παιδιά με ήπιας μορφής άσθμα που λαμβάνουν σχετικά χαμηλές δόσεις εισπνεόμενης κορτιζόνης δεν παρατηρούνται σημαντικές συστηματικές παρενέργειες. Όταν η εισπνεόμενη κορτιζόνη χορηγείται σε υψηλές δόσεις και για μεγάλα χρονικά διαστήματα μπορεί να έχει αρνητική επίδραση στην αύξηση του ύψους.

Η αποτελεσματικότητα της εισπνεόμενης κορτιζόνης, η απαιτούμενη δόση για τον έλεγχο της νόσου και η πιθανότητα ελάττωσης του ρυθμού ανάπτυξης ποικίλλουν από παιδί σε παιδί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον απαιτείται εξατομίκευση της θεραπείας, της δόσης της εισπνεόμενης κορτιζόνης, του χρονικού διαστήματος στο οποίο αυτή θα χορηγείται και του πλάνου παρακολούθησης τόσο του άσθματος όσο και της σωματικής ανάπτυξης. Πρέπει επίσης να έχουμε υπόψιν ότι το ίδιο το άσθμα, όταν δεν ελέγχεται επαρκώς μπορεί να έχει αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη του παιδιού. Οπότε, η δόση και το χρονικό διάστημα χορήγησης της εισπνεόμενης κορτιζόνης αποφασίζεται κάθε φόρα, για κάθε παιδί ξεχωριστά ανάλογα με την πορεία της νόσου και την συνολική κλινική του εικόνα συμπεριλαμβανομένης της καμπύλης ανάπτυξης. Ακόμη κι όταν τα συμπτώματα του άσθματος υποχωρούν πλήρως χρειάζεται να συνεχίζεται η θεραπεία σύμφωνα με την ιατρική οδηγία που έχει δοθεί. Όταν η θεραπεία διακόπτεται πρόωρα υπάρχει κίνδυνος αναζωπύρωσης της φλεγμονής στους αεραγωγούς κι επανεμφάνιση των συμπτωμάτων.

Συμπερασματικά, δεν πρέπει ως γονείς να ‘φοβόμαστε’ τη χορήγηση εισπνεόμενης κορτιζόνης. Όταν αυτή κρίνεται απαραίτητη πρέπει να ακολουθούνται  οι ιατρικές οδηγίες για τη δοσολογία, και το χρονικό διάστημα χορήγησης της αλλά και να τηρείται το πλάνο παρακολούθησης που έχει συστηθεί.