Service Category: Management

Σπιρομέτρηση, Μέτρηση εκπνεόμενου μονοξείδιου του αζώτου

(Fractional Exhaled Nitric Oxide, FeΝΟ)

Τι είναι η σπιρομέτρηση;

Η σπιρομέτρηση είναι μία ανώδυνη εξέταση και αποτελεί την πιο κοινή δοκιμασία αξιολόγησης της λειτουργίας των πνευμόνων. Με την σπιρομέτρηση μετράμε πόσο αέρα μπορεί ο εξεταζόμενος να φυσήξει και πόσο γρήγορα. Μία από τις πιο σημαντικές πληροφορίες που μας δίνει η σπιρομέτρηση είναι το κατά πόσον ο αέρας που υπάρχει στους πνεύμονες έχει ανεμπόδιστη ροή κατά την εκπνοή.

Πώς γίνεται η σπιρομέτρηση;

Η συσκευή που χρησιμοποιείται για αυτήν την εξέταση, το σπιρόμετρο, είναι συνδεδεμένη με ένα επιστόμιο κι έναν υπολογιστή με ένα πρόγραμμα σπιρομέτρησης. Η βασική λειτουργία του σπιρομέτρου είναι η μέτρηση του όγκου αέρα που εισπνέεται και εκπνέεται από τον εξεταζόμενο.

Πριν την έναρξη της μέτρησης τοποθετείται ένα ρινοπίεστρο στη μύτη κι έπειτα πρέπει ο εξεταζόμενος να τοποθετήσει τα χείλη του σφιχτά γύρω από το επιστόμιο του σπιρομέτρου. Ο εξεταζόμενος αρχικά αναπνέει ήρεμα. Μετά από ήρεμη αναπνοή ζητείται από τον εξεταζόμενο να εισπνεύσει όσο το δυνατόν βαθύτερα και έπειτα, χωρίς διακοπή, να εκπνεύσει όσο πιο γρήγορα και όσο περισσότερο μπορεί.

Συνήθως χρειάζεται να επαναληφθεί η εξέταση αρκετές φορές, τόσες ώστε να έχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο, επαναλαμβάνεται η εξέταση μετά τη χορήγηση βρογχοδιασταλτικού φαρμάκου.

Τεστ αναστρεψιμότητας μετά από βρογχοδιαστολή

Αν από την σπιρομέτρηση προκύπτει αποτέλεσμα που αποκλίνει από το φυσιολογικό κρίνεται απαραίτητη η διεξαγωγή ”τεστ αναστρεψιμότητας μετά από βρογχοδιαστολή”. Τότε χορηγείται φάρμακο βρογχοδιασταλτικό, το οποίο βοηθάει χαλαρώνοντας τις λείες μυικές ίνες των βρόγχων, ώστε αυτοί “να ανοίξουν” και να διευκολύνθει την αναπνοή. Μετά την εισπνοή του φαρμάκου, επαναλαμβάνεται η δοκιμασία σπιρομέτρησης. Έπειτα συγκρίνονται τα αποτελέσματα της σπιρομέτρησης που έγινε πριν και μετά την χορήγηση βρογχοδιαστολής κι αν παρατηρηθεί σημαντική βελτίωση, αυτό υποστηρίζει τη διάγνωση άσθματος.

Πότε χρειάζεται να γίνει σπιρομέτρηση;

Όταν υπάρχουν συμπτώματα όπως συρίττουσα αναπνοή, δύσπνοια ή βήχας που κρατάει για μεγάλο χρονικό διάστημα χρειάζεται να γίνει διερευνηση με σπιρομέτρηση.
Η πιο κοινή εφαρμογή της σπιρομέτρησης στα παιδιά είναι η διάγνωση βρογχικού  άσθματος και η παρακολούθηση του. Στην περίπτωση αυτή
συμβάλλει στην χορήγηση της κατάλληλης αγωγής, τον έλεγχο των συμπτωμάτων και την αποφυγή επιδείνωσης.
Επίσης, η εξέταση αυτή γίνεται για την παρακολούθηση της πνευμονικής λειτουργίας σε παιδιά με βρογχοπνευμονική δυσπλασία, χρόνια αποφρακτική βρογχιολίτιδα κι άλλες πνευμονικές νόσους.

Ποιες είναι οι σημαντικότερες πληροφορίες που παρέχει η δυναμική σπιρομέτρηση;

Με την δυναμική σπιρομέτρηση μετράμε τον όγκο του αέρα που εκπνέεται κατά τη βίαιη εκπνοή. Ένας από τους σημαντικότερους δείκτες είναι ο όγκος αέρα που εκπνέεται στο πρώτο δευτερόλεπτο της βίαιης εκπνοής.

Σε μερικές περιπτώσεις κρίνεται απαραίτητο να μελετηθεί επίσης επίδραση των βρογχοδιασταλτικών φαρμάκων στην πνευμονική λειτουργία. Σε αυτήν την περίπτωση γίνεται πρώτα σπιρομέτρηση κι έπειτα, χορηγείται  βρογχοδιασταλτικό φάρμακο (π.χ. εισπνεόμενη σαλβουταμόλη) και μετά από περίπου 15 λεπτά, επαναλαμβάνεται η εξέταση (τεστ αναστρεψιμότητας). Τα αποτελέσματα των μετρήσεων πριν και μετά τη χορήγηση βρογχοδιαστολής συγκρίνονται κι έτσι συμπεραίνουμε εάν οι πνεύμονες λειτουργούν καλύτερα μετά την επίδραση του βρογχοδιασταλτικού φαρμάκου.

Μία σπιρομέτρηση με φυσιολογικό αποτέλεσμα μας αποκλείει το άσθμα;

Το άσθμα χαρακτηρίζεται από συμπτώματα που μεταβάλλονται από τη μία χρονική περίοδο σε άλλη. Συνήθως εκλύονται κατά τη διάρκεια μιας λοίμωξης του αναπνευστικού, ή κατά την φυσική άσκηση ή μετά από έκθεση σε αλλεργιογόνο/-α, ενώ υφίονται μετά την έναρξη της κατάλληλης αγωγής κατά του άσθματος. Οπότε είναι σημαντικό να έχουμε υπόψιν ότι το αποτέλεσμα της σπιρομέτρησης μπορεί να διαφέρει αναλόγως με την χρονική στιγμή στην οποίαν γίνεται αλλά και με το κατά πόσον ο εξεταζόμενος λαμβάνει κάποια αγωγή. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι μερικές φορές δεν ολοκληρώνεται η σπιρομέτρηση με επιτυχία αν κάποιο παιδί δεν μπορεί να φυσήξει σωστά στη συσκευή. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ανακριβές αποτέλεσμα. Για αυτούς τους λόγους, ακόμη κι αν το αποτέλεσμα της σπιρομέτρησης δεν είναι συμβατό με άσθμα, αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να απορριφθεί η διάγνωση του άσθματος. Αν το αποτέλεσμα είναι φυσιολογικό, αλλά υπάρχει ακόμη υποψία άσθματος με βάση το ιστορικό και τη συμπτωματολογία τότε καλό είναι να ληφθούν υπόψιν και τα αποτελέσματα άλλων εξετάσεων.

Εξετάσεις που βοηθούν στη διάγνωση του άσθματος, εκτός της σπιρομέτρησης,  είναι οι δοκιμασίες βρογχικής πρόκλησης, η παλμική ταλαντωσιμετρία και η μέτρηση εκπνεόμενου μονοξειδίου του αζώτου (FeNO).

Στην περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ή να απορρίψουμε τη διάγνωση του άσθματος με κάποιες από τις παραπάνω εξετάσεις πολλές φορές καταφεύγουμε σε θεραπευτική δοκιμή. Χορηγούμε ένα φάρμακο, κατάλληλο για την θεραπεία του άσθματος, για κάποιο χρονικό διάστημα μετά από το οποίο ελέγχουμε αν υπάρχει βελτίωση των συμπτωμάτων ή/και της πνευμονικής λειτουργίας.

Οι δοκιμασίες αυτές γίνονται σε οργανωμένες δομές (συνήθως σε νοσοκομεία). Χρησιμοποιούνται ως διαγνωστικά εργαλεία σε μεγαλύτερα παιδιά κι εφήβους συνήθως όταν η σπιρομέτρηση είναι φυσιολογική, αλλά υπάρχουν συμπτώματα που παραπέμπουν στη διάγνωση του άσθματος. Όπως ορίζεται κι από την ονομασία τους, κατά τη διάρκεια αυτών των δοκιμασιών, γίνεται μέτρηση της αναπνευστικής λειτουργίας μετά από την έκθεση σε παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να προκαλέσουν στένωση των αεραγωγών ή βρογχόσπασμο, κάτι το οποίο συμβαίνει σε ασθενείς με βρογχική υπεραντιδραστικότητα η οποία συνάδει με το άσθμα.

Οι δοκιμασίες πρόκλησης πραγματοποιούνται είτε με τη χορήγηση σταδιακά αυξανόμενης δόσης κατάλληλης φαρμακευτικής ουσίας στον εξεταζόμενο είτε με την έκθεση σε άλλες καταστάσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν στένωση των αεραγωγών όπως η άσκηση (τρέξιμο σε διάδρομο ή ποδήλατο). Αμέσως μετά την ’πρόκληση’ γίνεται σπιρομέτρηση, οπότε και αξιολογείται το κατά πόσον υπάρχει κάποια αλλαγή στην πνευμονική λειτουργία που να σχετίζεται με βρογχική υπεραντιδραστικότητα, δηλαδή με το άσθμα.

FeNO

Ο προσδιορισμός του εκπνεόμενου μονοξειδίου του αζώτου (FeNO) αποτελεί μία μη επεμβατική μέθοδο για την εκτίμηση της φλεγμονής των αεραγωγών στο βρογχικό άσθμα. Για τη μέτρηση FeNO είναι αναγκαίο να εκπνεύσει ο εξεταζόμενος σε ένα μηχάνημα που μετρά την ποσότητα εκπνεόμενου μονοξείδιου του αζώτου. Το μηχάνημα που χρησιμοποιείται στο ιατρείο διαθέτει κινούμενα σχέδια φιλικά προς το παιδί και μετράει το εκπνεόμενο μονοξείδιο του αζώτου σε μία σταθερή εκπνοή διάρκειας 6 ή 10 δευτερολέπτων (ανάλογα με την ηλικία του παιδιού).

Το μονοξείδιο του αζώτου είναι ένα αέριο που παράγεται μέσα στον πνεύμονα μας από τα κύτταρα που παίρνουν μέρος στην αλλεργικού τύπου φλεγμονή (ηωσινόφιλα). Συνεπώς, υψηλά επίπεδα εκπεόμενου NO υποστηρίζουν την ύπαρξη ηωσινοφιλικής φλεγμονής των αεραγωγών η οποία παρατηρείται σε ασθενείς με αλλεργικό άσθμα.

Η εξέταση αυτή είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί ήδη από την ηλικία των 5 ετών με στόχο την εκτίμηση φλεγμονής των αεραγωγών. Αποτελεί σημαντικό κομμάτι της διαγνωστικής προσέγγισης για κάθε παιδί που παρουσιάζει κλινική εικόνα που εγείρει υποψία άσθματος. Επίσης, αυτή η εξέταση είναι χρήσιμη για την παρακολούθηση του άσθματος, την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας που χορηγείται και την ρύθμιση της δόσης.

Η ροομέτρηση (Peak expiratory flow, PEF) είναι μέτρηση της μέγιστης εκπνευστικής ροής που γίνεται με μία απλή μικρή συσκευή κυλινδρικού σχήματος που μπορεί εύκολα να χρησιμοποιηθεί στο σπίτι. Ο/η εξεταζόμενος/η φυσάει δυνατά σε έναν κύλινδρο και ο μετρητής δείχνει μία τιμή που είναι ανάλογη με τη ροή του αέρα που περνάει μέσα από τον κύλινδρο. Έτσι μετράμε πόσα λίτρα ανά λεπτό μπορεί ο εξεταζόμενος να εκπνεύσει κατά τη διάρκεια μιας γρήγορης και δυνατής εκπνοής.

Η παρακολούθηση PEF χρησιμοποιείται για την διάγνωση και παρακολούθηση του άσθματος ή για την αξιολόγηση της ανταπόκρισης σε φαρμακευτική αγωγή κατάλληλη για το άσθμα. Σε υγιή άτομα και σε ασθενείς με άσθμα που λαμβάνουν επαρκή θεραπεία, οι αεραγωγοί είναι πλήρως ανοιχτοί. Στην περίπτωση του άσθματος που δεν ελέγχεται καλά οι αεραγωγοί είναι στενοί και ο αέρας δυσκολεύεται να εξέλθει κατά τη διάρκεια μιας γρήγορης και δυναμική εκπνοής. Συνεπώς, η τιμή της PEF είναι χαμηλή ή χαμηλότερη σε σχέση με περιόδους που το άσθμα ήταν καλά ελεγχόμενο.

Συνήθως προτείνεται η καθημερινή χρήση του ροόμετρου δύο φορές τη μέρα για μία περίοδο δύο εβδομάδων. Όταν υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ των μετρήσεων μπορεί να σημαίνει πως ο/η ασθενής έχει άσθμα.

Η παλμική ταλαντωσιμετρία συμβάλλει στην έγκαιρη διάγνωση και παρακολούθηση του άσθματος. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε παιδιά προσχολικής ηλικίας που δεν μπορούν να συνεργαστούν στην σπιρομέτρηση αλλά και ως εξέταση επιπρόσθετη της σπιρομέτρησης σε μεγαλύτερα παιδιά κι εφήβους.

Κατά την ταλαντωσιμετρία γίνεται μέτρηση των ηχητικών σημάτων που δημιουργούνται κατά την ήρεμη αναπνοή σε διάφορες συχνότητες. Από την μέτρηση των ηχητικών σημάτων υπολογίζονται σημαντικές παράμετροι, όπως η αντίσταση των αεραγωγών δηλαδή η δυσκολία που συναντάει ο αέρας από την στιγμή που εισέρχεται στους ανώτερους αεραγωγους μέχρι τη στιγμή που φτάνει στους κατώτερους αεραγωγούς. Η αντίσταση των κατώτερων αεραγωγών βρίσκεται αυξημένη στο άσθμα.

H μέτρηση αυτή γίνεται κατά τη διάρκεια ήρεμης αναπνοής και δεν απαιτεί καμία προσπάθεια.